Χθες το απόγευμα,

εμφανίστηκε ένα σύννεφο 

έξω από το παράθυρο μου,

τόσο λευκό κι αφράτο,

που ώθησε στο βάθος τον ουρανό

να μεταμφιεστεί σ΄ένα χρώμα

ζωηρό και γαλάζιο,

σχεδόν κυανό…

Δυστυχώς έφυγε πολύ βιαστικά,

ούτως ώστε, χωρίς μεγάλη καθυστέρηση,

να επανέλθει στον ορίζοντα

το γνωστό και ανέκφραστο γκρίζο.

Τι όμορφο αν τα σύννεφα,

στο επόμενο παιχνίδι φωτός,

γινόντουσαν πιο αργοτάξιδα

Τι όμορφο αν η ζωή

επιβράδυνε λίγο στις ηλιαχτίδες…

ΜΑΤΙΑ

έπη ανιστόρητα 

παρελαύνουν με αγωνία

μέσα από μάτια αγέραστα

για τα παλιά

τα ενδιάμεσα

τα κατοπινά

ΚΑΡΔΙΟΧΤΥΠΙ

στο ρυθμό της μνήμης

καρδιάς σκιρτήματα

οδηγούν σε στιγμές άναρθρες

ασυγκράτητες

υπερχειλίζουσες

ΣΙΩΠΗ

ένας κραυγαλέος διάλογος

λουσμένος στη σιωπή

ΑΓΚΑΛΙΑ

κι αφού ειπώθηκαν όλα

σύντομο βύθισμα

σε σφικτό εναγκαλισμό

και βελούδινο άγγιγμα φυγής

μέχρι να λειτουργήσουν πάλι

οι αισθητήριες γέφυρες

της ομιλίας της σιγής…

Αγαπημένε μου Π.,

Στο αποκορύφωμα της πρώτης σου νιότης, είχα την τύχη να παρευρεθώ στη δική σου μεγάλη βραδυά της χαράς.

Έ λ α μ π ε ς ! Όλες οι εμπειρίες που προηγήθηκαν τα περασμένα χρόνια, έθεσαν τα θεμέλια του ολοκληρωμένου άντρα που αντίκρυσα να περιφέρεται πανέμορφος, σίγουρος και δικαίως περήφανος για το φτάσιμο και την καλλιέργεια του. Κι ακόμη μία φορά κατάφερα να καταπνίξω τα όποια δάκρυα συγκίνησης πίσω από ένα μόνιμο χαμόγελο που δε δύνατο να εγκαταλείψει τα χείλη μου. Ο μικρός μου αδερφός μεγάλωσε…ίσως είναι λάθος να σου φέρομαι προστατευτικά, αλλά αυτό φαίνεται να είναι μοιραίο, δε θα πάψει ποτέ. Σκοταδιάζω και μόνο στη σκέψη πόσα σύννεφα, καταιγίδες και συμπληγάδες μπορεί να σου επιφυλάσσει η ζωή. Μέσα βαθιά μου, όμως, γνωρίζω ότι θα πάρεις τις σωστές αποφάσεις, με κύριους γνώμονες την καρδιά, το μυαλό και τις ανθρώπινες αξίες που μας απομάκρυναν πάντα από τα χαμερπή και τις μικροπρέπειες.

Στη μνήμη μου έχουν καταγραφεί ανεξίτηλα εικόνες και λόγια από τα πολύ παιδικά μέχρι τα πρόσφατα χρόνια. Ατελείωτες ώρες συνομιλίας για μικρά και μεγάλα μας όνειρα. Αξέχαστες συζητήσεις με ασήμαντες αφορμές όπου απλά ο ένας δοκίμαζε τα όρια του άλλου. Και η εμπιστοσύνη πάντα αμοιβαία κι αλύγιστη…Ας ελπίσουμε ότι θα προστεθούν κι άλλες, νέες κοινές αναμνήσεις που θα συνεχίσουν να διανθίζουν τα μετέπειτα περιβόλια της ζωής μας. Εύχομαι, ακόμη, να είναι πολλές οι χαρές που θα σε συνοδεύσουν σ΄αυτό το νέο σου ξεκίνημα.

Καλή τύχη, καρδιά μου…

Με ανεξάντλητη αγάπη,

η αδερφή σου Μαριάννα.

εκεί

πάντα παρούσα

σε όλα τα ταξίδια

σε όλα τα πρόσωπα 

σε όλα τα τοπία

σαν αεράκι συμπαντικό

που σε περιτυλίγει

διώχνοντας κάθε σκιά

οραματίζομαι το κάπου κάποτε

την ψευδαίσθηση

της αιωνιότητας της στιγμής

πολλών στιγμών

ασύλληπτων

ανολοκλήρωτων

γλυστράω στο χρόνο

κι επιστρέφω ευάλωτη

με προφανή επιθυμία

άοπλη μπροστά στη θέση υπεροχής

που σου παραχωρώ

και με την αιωνιότητα

ακόμη να συγκριθείς

πάλι νικήτρια θά΄σαι

αχ αγάπη, αγάπη πανδαμάτειρα…

μόνο εσύ μας εξανθρωπίζεις αληθινά…

της νιότης το φτερούγισμα

δυο σπιθαμές αγέρι

η έκσταση λαμπάδιασμα

μια σπίθα στο κενό

του χρόνου η αναπνοή

χάδι απαλό που καίει

πόσο σύντομα διανύονται

της ζωής οι παρυφές

αναρριχώντας το όνειρο

με λέξεις για θηλιές

σε ύψωμα προσδένεται

κι ανακαλεί στη μνήμη

πλαίσιο σκηνής φυγόδικης

κάπως λησμονημένης

σε μία εποχή όχι πρόσφατη

ταξίδι παραμεσόγειο

στη φλογερή Ανδαλουσία

το χέρι σου απλώθηκε

σα χάρτης γεωγραφίας

και η τσιγγάνα αποφάνθηκε

ότι λεπτές γραμμές

που άτεμνες παράλληλα

διασχίζουν την παλάμη

σημάδια είναι αδιάσειστα

ενός θεσπέσιου μέλλοντος

για σπάνιες κι ανύποπτες

μεγάλες διαδρομές

-Λες;

θερινό ηλιοστάσιο.

επίσημη πρώτη

καταϊδρωμένου καλοκαιριού.

βαρετή μακρόσυρτη μέρα.

ζέστη ενδοδερμική.

πλήρης άπνοια.

κούφιες ξεψυχισμένες ώρες

της μεγαλύτερης απόκλισης

του ήλιου από τον άξονα της γης…

σταγόνες ξινής βροχής

δίνουν ξαφνικά ρεσιτάλ

στα τζάμια των παραθύρων.

η πόρτα έκλεισε βροντερά

μετά από απότομο φύσημα τ΄ανέμου.

επιτέλους καταιγίδα.

μια ξεσκονισμένη ανάσα

διαπερνάει τα πνευμόνια.

ας γινόταν ν΄ακολουθούσε

η νύχτα αφέγγαρη

να ξεπλενόταν αυτό το ασύστολο φως.

εγένετο σκότος κι ας ήτο σύντομο.

-παράξενες οι επιθυμίες του ανθρώπου…

σκέφτεται σίγουρα ο άρχων του σύμπαντος.

-άσπλαχνες οι βουλές της φύσης…

απορεί αγανακτώντας ο θερμόπληκτος θνητός.

Άηχες λέξεις διεκδικούνε φωνή.

Σ΄έναν κόσμο που βρίθει από θορύβους

εσύ καλείσαι να γράφεις

ως αγωγός της σιωπής.

Το αποδέχεσαι με φυσικότητα.

Εν γνώσει σου κοινοποιείσαι

διακριτικά και συνάμα ευδιάκριτα.

Γιατί αν δε χαρίσεις εν ώρα

τις ιδέες σου ελεύθερα…

τη στιγμή του ύπνου του ύστατου

στο ίδιο μνήμα 

κι αυτές μαζί με σένα

θα ενταφιαστούν.

Η ποίηση δεν ήταν ποτέ θέμα προσωπικό.

Ευτυχώς…

Πώς αλλοιώς θα μεταδίδονταν

από σιωπή σε σιωπή

τόσες ομορφιές κι αλήθειες

μέσ΄από τα πέτρινα πέπλα

των αόρατων αιώνων..;

προυποθέτει γερά θεμέλια

το σύνολο να σείεται

και να μην καταρρέει…

η εν δράσει ύπαρξη τού Είναι

πιστοποιείται όταν

εναρμονίζεται στις μεταβολές

που υφίσταται χωρίς να πτοείται…

οι ψυχές λειτουργούν όσο

λαμβάνουν διαδοχικά μηνύματα

από την επαγρύπνουσα νόηση…

τη δεδομένη στιγμή

μία υφέρπουσα διάθεση πρόληψης

κόπτεται να κρατήσει

τις αρμόζουσες αποστάσεις…

όμως εν τοιαύτη περιπτώσει

το μήνυμα αγνοείται

δεν ελήφθην ή δεν εστάλην

ή απλώς εχάθην στην πορεία…

χωρίς ενεργό εντολή

εκτροχιάζεται ως εκ τούτου

κάθε ίχνος προθέσεως…

οι εξελίξεις πλέον ανεξέλεγκτες

κι ό,τι ήθελε προκύψει…

η μέρα θύμιζε

γλυκό του κουταλιού

κούρνιαζε η ελπίδα

σε φωλιά νεογνού 

περιστεριού

για σένα όμως

ίδιος ο δρόμος

το πρωί έπρεπε πάλι 

να φύγεις γι αλλού

στυφή αίσθηση

σεναρίου πληκτικού

αθέατα βήματα

ψάχναν διέξοδο

στην άκρη του μυαλού

έξω απ΄τα σχέδια 

του κωφού ριζικού

ανοίγαν παράθυρα

στο φως του φεγγαριού

έγραφαν γράμματα

απρόβλεπτου λογισμού

σκόρπιζαν όνειρα

μακρυά απ΄την κόψη

του γνωστού μαχαιριού

διεκδικούσαν στερέωμα

στο χρώμα τ΄ουρανού

περιφρονούσαν δαίμονες

του ενήλικου καιρού

τα μάτια έλαμπαν

σα σκανδαλιάρικου παιδιού

που ανεβαίνει στην καρέκλα

για να φτάσει στο ύψος

ψηλού ραφιού

χαμογελάει με ύφος

αθώου αγγελουδιού

βουτάει το δαχτυλάκι

στο κρυμένο βαζάκι

με το γλυκό του κουταλιού

και γεύοντας το

ξεχνάει τα πάντα

εν ριπή οφθαλμού

στο άνοιγμα του κοχυλιού

που χρόνια πριν ανακάλυψες

σε ξεχασμένο ακρογιάλι

ευλαβικά κρυφάκουγες

μέσα στης νύχτας την αφή 

γαλήνια το κύμα να παφλάζει

έμοιαζε από βάθη ανείδωτα

μαζί μ΄αφρούς χρησμούς

στην επιφάνεια ν΄αναβράζει

το μουρμουρητό ακαθόριστο

όλο πλησίαζε

κι όλο απομακρυνόταν

στα γόνατα έπεφτες

σκυφτή με το κοχύλι στην παλάμη

φοβούμενη μήπως τον ήχο χάσεις

απαλά το πίεζες στο αυτί

κτίζοντας γέφυρες του μυαλού

με τους παλμούς θαλάσσης

για μια στιγμή αφέθηκες

αθόρυβα έκλινε στο πλάι το κεφάλι

τα βλέφαρα έκλεισες

κι αποκοιμήθηκες γλυκά

στου φλοίσβου το πλωτό το μαξιλάρι

 

εποχιακή αναβίωση

βιβλίων σκονισμένων

στο ραφάκι του χρόνου

αντίδωρα γοητείας περασμένης 

με κατακάθι γνώσης αξεπέραστης

το ζητούμενο σε αναθεώρηση

αφετηρία αποφάσεων

παράγοντες στάθμισης

σε προσημαδεμένες σελίδες

κυρίαρχος σύμβουλος

μετά της μελέτης

εντούτοις

η περίσκεψη

δεσπόζουσα εν τέλει

η λογική

μα η κοινή λογική

παράξενα της ώρας τα κενά

αμήχανα του χρόνου τα σκοτάδια

κι εσύ έχεις μάθει να υπολογίζεις στο φως

όταν ξαφνικά όλα επισκιάζονται όμως

από δυνάμεις αόρατες κι απειλητικές

τότε σου μένει μόνο μία επιλογή

χωρίς κρυφά πισωγυρίσματα

οφείλεις

με το κεφάλι ψηλά

να κοιτάξεις μπροστά…

Οι στιγμές που θέλεις να εγκλωβίσεις είν΄αμέτρητες

γλιστράνε σαν την άμμο μέσ΄από τα δάχτυλα σου

νοιώθεις να έχεις την υποχρέωση να τις καταγράψεις στο χαρτί

και αφήνεις χρόνια τύψεις να σε τιμωρούνε

Σπόροι που ανθίζουν μέσα σου αποκτάνε αγκάθια…

Aρχείο η ζωή κι εσύ ένα συρτάρι που δεν κλείνει,

αλλά ούτε ανοικτό θεωρείται. 

Δώσε τόπο στην οργή και αγνόησε το.

Σβήσε τους καταλόγους που σε περιέλαβαν και

Zήσε ανεπηρέαστα από τις στατιστικές του δρόμου.

(Καλοκαίρι 2000)

Χθες ήθελες να ζωγραφίσεις

Τη ματιά που σε πλάνεψε

Ξάπλωσες στον ήλιο

Και κοίταξες τον ουρανό

Μια μεγάλη γαλάζια αγκαλιά

Ένα όνειρο με χρώμα

Έκλεισες τα μάτια και περίμενες

Την πλημμύρα

Κι ανασηκώθηκες

Απορροφήθηκες από

Τον ορίζοντα κι έβγαλες φτερά

Πέταξες για πολλή ώρα

Πάνω από τις στέγες

Ένας μικρόκοσμος στα

Πόδια σου

Ένας κόσμος μέγας στα

Φτερουγίσματα σου.

Ολονυχτίς ερωτευόσουνα

του βασιλικού την οσμή

και στο μυαλό σου ερχόντουσαν

χίλιοι δυο πειρασμοί.

Σα γύρισες και κοίταξες

πίσω την ακτή,

στήλη άλατος εγίνηκε

το άμοιρο κορμί.

Γιατί τα πλήθη τις ευωδιές

δεν τις μπορούν, δε θέλουν

να δίνουν σήμα οι ζωές

κι όπου κρίνουν να διαβαίνουν.

Ξανθή η ώρα και η στιγμή

που μύρισα εσένα,

μικρέ, ξανθέ βασιλικέ

και τράβηξα για τρένα

που δε συγχύζουν τις γραμμές

κι ούτε κοιτάν κανένα

στα μάτια και ανησυχούν,

μη σε ρωτούν αν πας γι αλλού.

Σε ράντισα με θυμιατό,

της εκκλησιάς καντήλι

σου άναβα κι άσπρο κερί,

ώσπου μου εγίνηκες θεριό, εσήκωσες γεφύρι

που από κάτω του περνούν

υπόγειες διαβάσεις.

Μία απ΄αυτές με πήρε μαζί,

μαζί κι η ευωδιά σου,

εκείνη που με ακολουθεί

εις το πέρας των θεαμάτων,

αυτών που ακόμη θα παιχτούν

σ΄αυλαίες διεθνών θεάτρων.

Ένα μικρό σου φύλλο αυγής

με μύρο της ανατολής

τύλιξα στο μαντήλι

και σαν το δροσίζω λίγο ευθύς

σα ρόδο Ιεριχούς ανοίγει.

Βασιλικέ νήσους μεσογειακής

για με δεν υπάρχει

πιο τρανό, πιο αειθαλές,

πιο αιώνιο απ΄τ΄άρωμα σου,

ψυχής στολίδι.

Ξύπνησε μέσα μου η γιορτή η αξέχαστη του Μάη

που τριγυρνούσε σαν τρελή στης πόλης τις λεωφόρους

και τρέλαινε όλους τους θνητούς με μυρωδιές θεϊκές.

Και η πόλη εκείνη του κρασιού, γιατί όχι και ανθεστηρίων,

ή είναι του καρναβαλιού μαζί και κανταδόρων;

Φέρε ένα γιασεμί και στόλιστο στου μπαλκονιού την άκρη,

εκεί που κρυφογέλαγαν οι νέοι στις κοπελιές,

τις νύχτες που οι αγάπες τους σκορπούσαν ευωδιές.

Το γιασεμί είναι ο μάρτυρας στου έρωτα την τσίλια,

είναι η δροσιά, είναι το άρωμα, είναι η ανάσα η ίδια.

Είναι η ώρα που ξυπνά η κόρη και αναζητά τ΄αρχαία της στολίδια.

Γύρω η πόλη βάζει τα καλά της,

θυσία κάνει στον ήλιο τα παιδιά της,

ενώ νύφες στολίζονται το γιασεμί στα μαλλιά

και με λαούτα και βιολιά διαβαίνουν με αντήλιο

τα φωτεινά, ανθοστόλιστα στενά,

νέοι περιμένουν να υποδεχτούν

με άνθη λευκά της αγάπης τη μιλιά.

Όστρακα, φύκια, δελφίνια, χαρές.

Κολύμπα ψυχή μου στην πέρα ακτή

και φέρε μου νήμα να πλέξω σκοινί,

να ρίξω στο κύμα για να σωθεί

τ΄αστέρι που πέφτει με τη βροχή.

Το νήμα θα αντέξει στη νεροποντή,

μη πάει τ΄αστέρι γι αλλού γι άλλη γη.

Ξεκίνημα νέο αυτό θα χαρεί,

μα η ψυχή θέλει την επιστροφή.

Αστέρι κι αγέρι, γαλάζιο και φως,

κανένας δεν ξέρει πως σ΄έχω αγκαλιά,

πως είμαι κει που είμαι

και βρίσκω εκεί, αυτά που αλλού ψάχνω

κουβαλάει η ψυχή.

Το νήμα, το κύμα, κρασί, γιασεμί.

Φέρε ρε μάνα εκείνο το δίσκο

που έχει στα χέρια χρυσά κι ασημιά.

Κέρασε κόσμο, κέρασε μένα

απ΄τα κρασιά τα δυνατά.

Δώσε μου τώρα για να μυρίσω

κείνο το δυόσμο το μεθυστικό.

Και με τ΄αρώματα και με τον κρίνο,

ίσως να φτιάξω πουλιά ξωτικά.

Πουλιά-ψυχές που να πετάνε

στα ύψη του τρελού ουρανού

που δε μας λέει

πως απατάει τον ήλιο,

σαν απουσιάζει κείνο το φως

που συνουσιάζει πλανήτες και άστρα,

τη γη με το παν.

Και το φεγγάρι; Τί κάνει, πού πάει;

Μήπως εκείνο κρυφοκοιτάει-ηδονοβλεψίας-

μεσ΄τη νυχτιά, ψυχές σαν και μένα που ρωτάνε,

διψάνε και πάντα κοιτάνε ψηλά;

Ένα ποτήρι σήκωσε, μάνα, γεμάτο κρασί

και συ φεγγαράκι κατέβα λιγάκι και πάρτο και πιες

και για πες μου τώρα τι κάνει ο κόσμος τις αστροφεγγιές;

Χορεύει στο κύμα, μεθάει και μαδάει τις τριανταφυλλιές;

Μολόγα φεγγάρι, τί βλέπεις τις νυχτιές;

Αγαπάνε οι άνθρωποι μεσ΄τα σκοτάδια

με πλήρη καρδιά; Ή κλαίνε τον πόνο στα μαξιλάρια

ώσπου να σβήσει η νυχτιά;

Μολόγα φεγγάρι, αξίζει κανείς να πιστεύει στα όνειρα,

σαν εκείνα μιλάνε γι αγγέλους και δώρα μαγικά;

Πανσέληνος πάλι και το σύμπαν ξεχνάει τον Αρη!

Καλά που θυμάται τ΄αστέρι του Βοριά!

Τα κίτρινα, τα κόκκινα,

τα μελισσιά λουλούδια,

ξυπνάνε γύρω τη χαρά,

τρελαίνουν στα τραγούδια.

Δώσε καρδιά στο όνειρο.

Δώσε χρώμα στο γέλιο.

Κάνε κρασί το κρύο νερό

και κέρνα τον κοσμάκη.

Τρέξε ψυχή στα σύννεφα

και κλέψε δυο ανάσες,

μια δώσε στον αυγερινό

την άλλη στο φεγγάρι

για να κρατήσει η νυχτιά,

ποτέ μη ξημερώσει,

να ξεδιψάσει το όνειρο

απ΄του ύπνου την αρμύρα,

απ΄τη δροσιά της θάλασσας

που ξεχειλάει στα στήθια.

Τράβα κουπί βαρκάρη μου

και μη κοιτάζεις πίσω,

ο Ορφέας με ακολουθεί,

ο Ορφέας με μαλώνει,

αγάπη αν θέλεις να με δεις

περίμενε το κελάϊδισμα

από το αηδόνι.

Γιατί ο Άδης καραδοκεί

και πίσω όλο ζυγώνει.

Σκοτάδι πέφτει, γκρίζαρε

η Ίριδα βουρκώνει…

Ορφέα, καλέ μου, τώρα πια,

χαιρέτα μου τ΄αηδόνι.

Σε πήλινη κούπα δώσε μου

να πιω γλυκό κρασί,

κρασί όσο μια χούφτα άμμο,

θάλασσα και φιλί.

Στα μέρη τα δικά μου,

μεστώνουνε τσαμπιά

από τις Αυγουστιές.

Κι ανοίγουνε τα ουράνια

και στέλνουνε ευχές

από πανάρχαια χείλη

ευλογίες διονυσιακές.

Μια μέρα του Σεπτέμβρη

ξυπνήσαν εκκλησιές

κτυπήσανε καμπάνες

σα νά΄θελαν να μιλήσουν

θεοί σε γενεές.

Τ΄αστέρι του Οδυσσέα,

τ΄Αλέξανδρου, του Διός,

μου έκλεισε το μάτι,

μου τά΄πε όλα αλλιώς,

αυτό είναι λέει το βιος.

Και το κρασί μυρίζει

αμπέλι και γιορτή,

χρυσό καλάθι η μοίρα,

μαζεύει όλο το βιος.

Μέθυσες λες και νοιώθεις

απολωλός θεός.

Το πορφυρό του ονείρου δείχνει

πως άδικα σκοτίζεσαι ψυχή,

γιατί το τέλος φτάνει και ορίζει

πως τίποτα ποτέ δεν αργεί.

Τα μάτια μου βουρκώνουν, κλαίνε,

το φως θυμούνται το μελί

που σα χαθεί ο ήλιος θένε,

η δύση αμέσως να ντυθεί.

Η γκρίζα ώρα σκέπασε όμως

ορίζοντες, ψυχές, πουλιά.

Πού πήγε η μέρα κι έχει ο τρόμος

φωλιάσει μέσα στην καρδιά;

Θαλασσινά μεσάνυχτα

και μπακιρένιες βρύσες,

γλάροι που κλαίνε γύρω μου

και άγρια δειλινά.

Άγκυρα που πήγε κι άραξε

στου κόσμου τα λιμάνια,

και πεθυμάει τη μυρωδιά

από γέρικη ελιά.

Σα σφυρίζει τ΄αγιάζι και τρέμει,

ο νοτιάς ξεθωριάζει και φεύγει,

όσες μπόρες κι αν ξεσπάσουν,

δε θα γίνουμε ξένοι.

Μην ακούς τις σειρήνες,

μην ξεχνάς το νησί,

τα τραγούδια που βγαίνουν

από βάθη ψυχής.

Αν ξέρεις ότι μέσα σου ξημέρωσε,

πάρε το δρόμο κι έλα.

Οργιάζει το κύμα, ανεβαίνει στο πρόσωπο και σου καίει τα μάτια.

Όλοι οι κόσμοι σου σβήνουν, αν υπήρξαν ποτέ.

Πώς να γίνεται λες χωρίς κύμα τραγούδι, χωρίς θάλασσα ζωή;

Είν΄η νιότη μια πλάνη, κάστρο μόνο στην άμμο με λουσμένα οχυρά;

Και το κύμα διατάζει: ξανακτίσε προπύργους, ξεσηκώσου καρδιά!

Κι αν κουράγιο δεν έχεις προσευχήσου στα πουλιά,

ρίξε βότσαλα, γράψε στίχους στην ακρογιαλιά.

Ή θα μείνεις ή φύγε, μη μου κάνεις ψευτιά,

ή θα λες την αλήθεια ή βουλιάζεις στα ρηχά.

Σαν ακούω το κύμα να ουρλιάζει ξανά,

μου θυμίζει τραγούδια, αγκαλιές και φιλιά,

μου θυμίζει σημαίες και ταμπούρλα

μία Πρωταπριλιά.

Ξημερώνει η μέρα μ΄ένα άγνωστο χέρι

που ανοίγει την αυλαία και με πνίγει στο φως.

Δε φοβάμαι το τώρα, μόνο βλέπω τ΄αγέρι

που χαϊδεύει την άμμο κι όλα γύρω χορός.

Δυο καράβια περνάνε, κοπελιές που γελάνε,

και η θάλασσα μοιάζει νά΄χει γίνει σαμπάνια

σε ποτήρι βοημικό.

Κουρασμένοι ψαράδες που τραβάνε ένα δίκτυ

με τους ήλιους στα μάτια, τον ιδρώτα στην πλάτη,

συγκομιδή φτωχικιά, από χέρι αρχαίο αρπαγμένη σοδειά.

Αντρειωμένος ζωγράφος σα θεός στοργικός

σταματάει τ΄αγέρι, τώρα βλέπω καθαρά,

έχει βάλει από χρόνια θαλασσοπινελιά.

σε μια θάλασσα ανάλατη

δίχως μάσκα οξυγόνου

η ελπίδα καταδυόμενη

σε τρομαγμένα όστρακα

ψάχνει να βρει μαργαριτάρια

στα δίχτυα μοίρας παιχνιδιάρας

παγιδεύεται

κι αιχμάλωτη στο έλεος παλιρροιακής δίνης

στροβιλίζεται

ενώ η ώρα της κρίσεως πλησιάζει

η καρδούλα της αναδυόμενη

σπαρταράει

προσδοκώντας

μια καλή σοδειά

λίγη πνοή

και μια ηλιαχτίδα

στου ονείρου την άκρη

η εικόνα ολοζώντανη

σπιτάκι των αγρών

με αυλή πλακόστρωτη

χαμηλά φοινικόδεντρα

λουλούδια σε πήλινες γλαστρούλες

φουντωτές ελιές

αμπελάκι ανηφορικό

κι από ένα μικρό πηγάδι

ν΄αναδύεται γουργουρίζοντας

νερό διάφανο

ξεδιψώντας την κατάλευκη γη

σιωπηλοί μάρτυρες όλα

μιας ζωής σε ανάπαυλα

που προσμένει για παραθερισμό

τους μονίμως απόντες ιδιοκτήτες

σπιτάκι των αγρών

κάνε λιγάκι υπομονή

θα΄ρθεί και σένα

η δικιά σου η στιγμή

την αλήθεια σου αναζήτησα

στα πολύβουα τα λόγια τα άδεια

τον καημό σου πουθενά δεν αντίκρυσα

και ας φύσαγε σ΄όλα τα λιμάνια

το δικό σου το σκάφος αγέρωχο

τις ρωγμές του καλά ξέρει να κρύβει

η καρδιά καταφέρνει τ΄αδύνατα

γέφυρες ορθάνοιχτες πάντα θα σου έχω

μη μ΄αφήνεις μονάχα στ΄ανήλιαγα

όπως και να΄σαι-δε θέλω ν΄απέχω

νησάκι λυχνάρι μου

με το φως το καθάριο

της λεβάντας το άρωμα

του ανέμου τη μουσική

των κυμμάτων το χάιδεμα

και τη γεύση από σταφύλι

Ψιλόβρεχε…σχεδόν ένας μήνας από την προηγούμενη μας συνάντηση…πόσο γρήγορα γλιστράει αλήθεια ο χρόνος…κατά περίεργο τρόπο έφτασα πιο νωρίς στην καφετερία…*λάουντζ* για την ακρίβεια…αν και βρίσκεται στην επόμενη γωνία του δρόμου όπου μένουμε…δεν έχω καταλάβει ακόμη τις ώρες λειτουργίας του…στη διακόσμηση επικρατεί το κόκκινο…κόκκινο φωτισμένο μπαράκι…κόκκινοι καναπέδες στο πατάρι με τη μεγάλη σκάλα…κόκκινες χαρτοπετσέτες στα μικρά μαύρα τραπεζάκια στο ισόγειο…κόκκινα κεριά…περνώντας δίπλα από έναν ανάπηρο που καθόταν στην τροχοκίνητη καρέκλα του στη μέση του διαδρόμου πήρα θέση πίσω από το τζάμι…δε χρειάστηκε να περιμένω πολύ…σε λίγο την είδα να έρχεται…τα κατάξανθα μαλλιά πιασμένα με δύο γαλάζια τσιμπηδάκια πάνω…ένα γαλάζιο μπλεχτό μπλουζάκι κι ένα μπλε σκούρο σακάκι που έφτανε ως τα γόνατα πάνω από το βελούδινο επίσης μπλε παντελόνι…ροζ κρυστάλλινες χάντρες στον καρπό…στα μάτια καθώς πλησίαζε διέκρινα και τις γαλάζιες σκιές που συμπλήρωναν το σύνολο…ένα μικρό αριστούργημα…η τελευταία αντίσταση του πιο σκληρού ανθρώπου όμως θα έσβηνε με το αστραφτερό χαμόγελο της…νοιώθεις σα να πέφτουν μαζεμένες ηλιαχτίδες ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο που σε κάνουν να χαμογελάς ανεπαίσθητα…δύο ανάλαφρα φιλήματα στα μάγουλα κι ένα φευγαλέο άγγιγμα…κάθησε απέναντι μου…τα νέα της…τα νέα μου…να ξέρει άραγε πόσο τη θαυμάζω…τόσο νέα κι όμως η ζωή τη σημάδεψε για πάντα…κανείς δεν υποψιάζεται την ύπουλη ασθένεια που καλπάζει μέσα της…το μέλλον που δεν μπορεί να ονειρευτεί γιατί πολύ πιθανό δε θα το έχει…τόση ομορφιά…η εσωτερική να συναγωνίζεται την εξωτερική…και να λειώνει σαν κερί μπροστά στο μοιραίο…και τ΄όνομα…η ετυμολογία του καθάριου…η αγνότητα…επέμενε να με κεράσει…μετά με συνόδευσε στο ταχυδρομείο και σ’ ένα εγγλέζικο μαγαζάκι όπου αγοράζω πάντα το αγαπημένο μου τσάι…λαίδη Γκρέυ…που σταματάει αλήθεια το γκρίζο και που αρχινάει το γαλάζιο…ψιχάλιζε πάλι…άνοιξε με ανέλπιστη δύναμη τη μεγάλη μπεζ ομπρέλα της και κρυφτήκαμε από κάτω…κρατώντας με από το μπράτσο φτάσαμε στο μπλε αυτοκινητάκι της που το είχε παρκαρισμένο δίπλα από τις ψηλές αλύγιστες λεύκες…υποσχέσεις για σύντομη επανάληψη του ανταμώματος…μη χαθούμε…χαμογελάει…τι χαρά της δίνει το οδήγημα…ελπίζω για πολύ ακόμη…φεύγω βιαστικά με τις εικόνες της ολοζώντανες στη σκέψη μου…η βροχή σταμάτησε…γύρω πάλι όλα γαλάζια…αλλά τώρα πιο ξεκάθαρα…γυρνώντας στο σπίτι δεν έφτιαξα αμέσως τσάι…ας περιμένει η λαίδη Γκρέυ…αύριο το πρωί θα το θυμηθώ σίγουρα…το τσάι………………………………..

 

στιγμούλες μοσχομυριστές

σε φραουλένια λιβάδια

βαθυπράσινη βλάστηση

λικνίζεται

πλάι σε τεμπέλικο ποτάμι

που σα φιδάκι έρπεται

ξεπλένοντας στο πέρασμα του

οσμές βαριές

ενός χειμώνα ιδιότροπου

ανήμερα κρύβεται

στο στιχάκι μιας πρωτομαγιάς

το άρωμα της μνήμης

που θέλεις να φυλακίσεις για πάντα

μαγική αγκαλιά στη λιακάδα

κι ο ήλιος μέγας ταχυδαχτυλουργός

χάιδεψε πρόσωπα και μαλλιά

έκανε χείλη ν΄αχνογελάσουν

και στη γλύκα ενός φιλιού

να επισφραγίσουν

την υπόσχεση

να μη σφαλούν ποτέ τα μάτια

στην πανέμορφη ροή

της αέναης αναγέννησης

φύσης και καρδιάς

και αν η θύμηση καταλαγιάσει

η φαντασία δεν παύει να οργιάζει

τα σκοτάδια διαλύονται

κι οι χρόνοι αναμειγνύονται

το χθες που ζει μέσα στο σήμερα

αγρίμι απ΄τ΄ανήμερα

όλη η ζωή μια απέραντη χίμαιρα

δε θα σωπάσω

δε θα δοθώ

τ΄αγέρι πάλλεται

είναι νωπό

ένα αστέρι ταράζεται

πέφτει στο κενό

τι να ευχηθώ

η νύχτα εργάζεται

με μένα για μένα

κι εγώ πυροβατώ

 

ήρθα να σε βρω

μέσα στου ανέμου

την ενταγμένη τη σιωπή

κι αυτό που αντίκρυσα

ήταν μια γιορτή από θρύψαλα

ενός ενσυνείδητου εγωισμού

μετέωρη η σκέψη αναζήτησε

τα αίτια μιας προδιαγεγραμμένης

απουσίας

βυθίζεσαι

χάνεσαι

γίνεσαι ένα με τον ορίζοντα

η μορφή σου

άχρωμη κι άοσμη

είπες κάτι;

πως νόμισα ότι μίλησες;

σχεδόν φώναξες…

πριν γυρίσω την πλάτη

θέλω να είμαι βέβαιη

θρήνος

χτυποκάρδι

και μία νότα μισή

σ΄ακούω ακόμη…

μάτια βασιλεμένα

χείλη βουβά

ψιλή βροχή μεσ΄τη λιακάδα

μουσικές σταλαγματιές

χρώματα γήινα

μυρωδιές τ΄απρίλη

απουσίες

μέρη και πρόσωπα

αναβιώνουν 

αυθαίρετα κι επιτακτικά

κι αν δεν υφίστανται

συνυπάρχουν

αντανακλούν εικόνες

ζωντανεύουν σκηνικά

στου μυαλού τους διαδρόμους

τα όρια ρευστά 

φαντασία

αλήθεια

γλυκειά επιθυμία

δάκρυ αθόρυβο

νηφάλιες εκρήξεις

συμπτώματα νοσταλγίας

εικονομάχοι

εικονολάτρες

κι οι κατακτητές προ των πυλών

οδοιπόροι χωρίς χάρτες

αυτοπεριστρεφόμενοι

βυζαντινοί διάλογοι

κύκλοι φαύλοι

κι η απειλή να αιθεροβατεί

δαμόκλειος σπάθη

στ΄ακροφυλάκια ούτε ψυχή

το αύριο κατέρρευσε

κατακτητές

εντός των τειχών

εάλω η πόλις ερήμην

σειρήνες διαχρονικές

ακούει κανείς;

σκαλοπατάκια της οργής

εμφανιστήκατε νωρίς

στο κατολίσθημα

μεταμοντέρνας εποχής

σαν πέτρινοι μάρτυρες

μιας προσευχής

στη νόηση

δώσατε ερέθισμα

χροιά

η θύμηση υφίσταται