Φέρε ρε μάνα εκείνο το δίσκο
που έχει στα χέρια χρυσά κι ασημιά.
Κέρασε κόσμο, κέρασε μένα
απ΄τα κρασιά τα δυνατά.
Δώσε μου τώρα για να μυρίσω
κείνο το δυόσμο το μεθυστικό.
Και με τ΄αρώματα και με τον κρίνο,
ίσως να φτιάξω πουλιά ξωτικά.
Πουλιά-ψυχές που να πετάνε
στα ύψη του τρελού ουρανού
που δε μας λέει
πως απατάει τον ήλιο,
σαν απουσιάζει κείνο το φως
που συνουσιάζει πλανήτες και άστρα,
τη γη με το παν.
Και το φεγγάρι; Τί κάνει, πού πάει;
Μήπως εκείνο κρυφοκοιτάει-ηδονοβλεψίας-
μεσ΄τη νυχτιά, ψυχές σαν και μένα που ρωτάνε,
διψάνε και πάντα κοιτάνε ψηλά;
Ένα ποτήρι σήκωσε, μάνα, γεμάτο κρασί
και συ φεγγαράκι κατέβα λιγάκι και πάρτο και πιες
και για πες μου τώρα τι κάνει ο κόσμος τις αστροφεγγιές;
Χορεύει στο κύμα, μεθάει και μαδάει τις τριανταφυλλιές;
Μολόγα φεγγάρι, τί βλέπεις τις νυχτιές;
Αγαπάνε οι άνθρωποι μεσ΄τα σκοτάδια
με πλήρη καρδιά; Ή κλαίνε τον πόνο στα μαξιλάρια
ώσπου να σβήσει η νυχτιά;
Μολόγα φεγγάρι, αξίζει κανείς να πιστεύει στα όνειρα,
σαν εκείνα μιλάνε γι αγγέλους και δώρα μαγικά;
Πανσέληνος πάλι και το σύμπαν ξεχνάει τον Αρη!
Καλά που θυμάται τ΄αστέρι του Βοριά!