στο άνοιγμα του κοχυλιού
που χρόνια πριν ανακάλυψες
σε ξεχασμένο ακρογιάλι
ευλαβικά κρυφάκουγες
μέσα στης νύχτας την αφή
γαλήνια το κύμα να παφλάζει
έμοιαζε από βάθη ανείδωτα
μαζί μ΄αφρούς χρησμούς
στην επιφάνεια ν΄αναβράζει
το μουρμουρητό ακαθόριστο
όλο πλησίαζε
κι όλο απομακρυνόταν
στα γόνατα έπεφτες
σκυφτή με το κοχύλι στην παλάμη
φοβούμενη μήπως τον ήχο χάσεις
απαλά το πίεζες στο αυτί
κτίζοντας γέφυρες του μυαλού
με τους παλμούς θαλάσσης
για μια στιγμή αφέθηκες
αθόρυβα έκλινε στο πλάι το κεφάλι
τα βλέφαρα έκλεισες
κι αποκοιμήθηκες γλυκά
στου φλοίσβου το πλωτό το μαξιλάρι

