η μέρα θύμιζε

γλυκό του κουταλιού

κούρνιαζε η ελπίδα

σε φωλιά νεογνού 

περιστεριού

για σένα όμως

ίδιος ο δρόμος

το πρωί έπρεπε πάλι 

να φύγεις γι αλλού

στυφή αίσθηση

σεναρίου πληκτικού

αθέατα βήματα

ψάχναν διέξοδο

στην άκρη του μυαλού

έξω απ΄τα σχέδια 

του κωφού ριζικού

ανοίγαν παράθυρα

στο φως του φεγγαριού

έγραφαν γράμματα

απρόβλεπτου λογισμού

σκόρπιζαν όνειρα

μακρυά απ΄την κόψη

του γνωστού μαχαιριού

διεκδικούσαν στερέωμα

στο χρώμα τ΄ουρανού

περιφρονούσαν δαίμονες

του ενήλικου καιρού

τα μάτια έλαμπαν

σα σκανδαλιάρικου παιδιού

που ανεβαίνει στην καρέκλα

για να φτάσει στο ύψος

ψηλού ραφιού

χαμογελάει με ύφος

αθώου αγγελουδιού

βουτάει το δαχτυλάκι

στο κρυμένο βαζάκι

με το γλυκό του κουταλιού

και γεύοντας το

ξεχνάει τα πάντα

εν ριπή οφθαλμού