Στην αγκαλιά σου, Ποίηση…
θα ήθελα να πλαγιάσω
και με τα πέπλα
τα στιχουργικά,
από το κρύο,
την ανημποριά,
τα κουρασμένα μέλη να σκεπάσω.
Άφοβα θα ήθελα μετά,
στη νυσταγμένη ζεστασιά,
μες τον καθρέφτη της ζωής
το είδωλο μου να κοιτάξω.
Στην αγκαλιά σου, Ποίηση…
μια της χαράς,
μια της κραυγής,
κρύβω τα δάκρυα μου
και πάντα αμβλύνεται στη θαλπωρή,
μεσοστρατίς, πριν την στροφή,
ό, τι βαρύ κι ό, τι οξύ
καίει τα σωθικά μου.
Αεικίνητη είσαι…
σα μια παλιά, κούνια αυλής,
που σώθηκε απ’ τα παιδικά μου.
Στην αγκαλιά σου, Ποίηση…
μπορεί κανείς να αφεθεί
και σ’ ακριβές, μικρές,
βελούδινες στιγμές,
Άνθρωπος πάλι να νοιώσει…
