Υπάρχουν μέρες…
στα πρόθυρα τρικυμιακής έκρηξης,
ρέει ο στίχος και ακροστάζει από τα δάχτυλα,
υπενθυμίζοντας μου την αποστολή μου
σε αυτό τον πλανήτη…
(Ω φαντασία μου τρισμέγιστη..!)
Μετά νυχτώνει.
Παύουν οι ήχοι να είναι αιχμηροί,
ένα πέπλο σιωπής με περικλείει
κι αρχίζω να γράφω…
Βάζω σε σειρά τις λέξεις
και τις κοιτάζω εκ του μακρόθεν.
Νέα τάξις πραγμάτων,
επανεκκίνηση πορείας,
απλοποίηση της λογικής.
Φράσεις ατίθασες,
χωρίς αρχή και τέλος,
χωρίς σημεία στίξης,
κάπως δυσνόητες ακόμη και για τη γράφουσα.
Όταν όμως, επανέρχομαι σε δεύτερη ανάγνωση,
τρομάζω με τα βαθύτατα των βαθυτέρων
που εξωτερικεύονται αυτόνομα
χωρίς την άδεια μου.
Σα μία αέναη αγγελιοφόρος,
όχι μόνο των ανθρωπίνων μηνυμάτων,
μα ολόκληρου του περιλάλητου σύμπαντος…
Δεν το επιλέγεις, σ’ επιλέγει.
Σου επιβάλλεται
από τη φύση την ίδια…
Κι αν κάποτε το αγνοήσεις,
σ’ εκδικείται βάναυσα,
αναγκάζοντας σε να αναθεωρήσεις.
Αν ο ακούσιος ευαίσθητος δέκτης
όλης αυτής της ενέργειας,
δε μετατρέπεται
ανά τακτά διαστήματα σε πομπό,
διακτινίζοντας την αύρα προς τα έξω,
τότε θα υπάρχουν πάντα μέρες,
όπου ο στίχος θα φουρτουνιάζει στο είναι
απειλώντας να καταβυθίσει εαυτόν
κάτω από το ασυγκράτητο υπερχείλισμα του.
Σα μία αέναη αγγελιοφόρος,
όχι μόνο των ανθρωπίνων μηνυμάτων,
μα ολόκληρου του περιλάλητου σύμπαντος…
Δεν το επιλέγεις, σ’ επιλέγει.
Σου επιβάλλεται
από τη φύση την ίδια…
