Φεγγαρένια βραδιά,
βροχερό καλοκαίρι,
προσγείωση στα αξημέρωτα
στο καταφύγιο ενός περιπλανώμενου.
Τρένα κι άλλα τρένα…
Στο σκληρό παραβάν που χωρίζει
το ασύγκριτο χάος ανισότητας και δικαίου,
κουλουριάστηκε το όνειρο σα νεροφίδι
σε μια άκρη υγρή και ανώφελη…
Χείμαρρος των περαστικών τα βήματα…
Λοξοκοίταζαν χωρίς να παρεκκλίνουν της πορείας
κι ο κοιμώμενος τη ματιά σα μαχαίρι ταξίδευε,
κόβοντας φέτες τον άνεμο της αργόσυρτης αυγής…
Ξεθωριασμένος υπνόσακος αντί για κεραμίδι,
ταλαντεύτηκε η ύπαρξη κι αναστέναξε
πριν αλλάξει μεριά.
Καλημέρα ζωή, καλημέρα…
Υ. Γ. Αφιερωμένο στον άστεγο κύριο της γειτονιάς μου…
